αλιγόστευτος

-η, -ο [λιγοστεύω]
αυτός που δεν λιγόστεψε ή δεν μπορεί να λιγοστέψει, ο αμείωτος, ο ανεξάντλητος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αλιγόστευτος — η, ο αυτός που δε λιγόστεψε ή δεν μπορεί να λιγοστέψει: Με όλα τα ποτίσματα το νερό του πηγαδιού ήταν αλιγόστευτο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.